Κάταγμα Σκαφοειδούς Οστού

Το κάταγμα σκαφοειδούς οστού είναι το συχνότερο από τα κατάγματα των οστών του καρπού.  Προκαλείται μετά από πτώση με το χέρι σε υπερέκταση.

Επιδημιολογία

Αποτελεί το 60-70% των καταγμάτων των οστών του καρπού. Συμβαίνει σε όλες τις ηλικίες αλλά πιο συχνά στην 3η δεκαετία της ζωής. Εμφανίζεται σε μεγαλύτερο ποσοστό στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες (3/1).

Επιπλέον, τα κατάγματα του αυχένα ή του μέσου τριτημορίου του σκαφοειδούς οστού συμβαίνουν πιο συχνά στους ενήλικες ενώ του περιφερικού πόλου στα παιδιά.

Ανατομία Σκαφοειδούς Οστού

Το σκαφοειδές οστό με την ανατομική του θέση αποτελεί συνδετικό κρίκο του περιφερικού και κεντρικού στοίχου των οστών του καρπού.

Καλύπτεται σχεδόν από αρθρικό χόνδρο ( 80%)

Αιμάτωση

Η μεγάλη αιμάτωση προέρχεται από τους ραχιαίους κλάδους της κερκιδικής αρτηρίας  που εισέρχονται στο οστό στη μη αρθρούμενη ραχιαία περιοχή δίνοντας αιμάτωση στο 70-80% περιλαμβάνοντας και το κεντρικό πόλο. Η αιμάτωση στον κεντρικό πόλο είναι ανάστροφη όπου είναι η κύρια αιτία της εμφάνισης άσηπτης νέκρωσης σε κατάγματα κεντρικά του σκαφοειδούς.

Μια μικρότερη αιμάτωση ξεκινά με παλαμιαίους κλάδους της κερκιδικής αρτηρίας όπου εισέρχονται μέσω του φύματος του σκαφοειδούς και αιματώνουν 20-30 % το περιφερικό τμήμα του οστού.

Διάγνωση Κατάγματος Σκαφοειδούς Οστού

Η διάγνωση του σκαφοειδούς οστού βασίζεται στα παρακάτω:

  • Ιστορικό

Ιστορικό: Αναφερόμενη πτώση με το χέρι σε υπερέκταση, και  πόνος στην κερκιδική πλευρά του καρπού.

  • Κλινική εξέταση

Κλινική εξέταση: Ευαισθησία κατά την ψηλάφηση στην ανατομική περιοχή του σκαφοειδούς (ταμβακοθήκη).

Πόνος κατά την αξονική συμπίεση του αντίχειρα προς το σκαφοειδές.

Πόνος κατά τον υπτιασμό του αντιβραχίου υπό αντίσταση.

Περιορισμός εύρους κίνησης καρπού.

  • Απεικονιστικό Έλεγχο

Απεικονιστικός έλεγχος: Περιλαμβάνει προσθιοπίσθια, πλάγια και την ειδική λήψη σκαφοειδόυς (προσθιοπίσθια με το καρπό σε ωλένια απόκλιση).

Σε περιπτώσεις όπου υποπτευόμαστε κάταγμα σκαφοειδούς με αρνητικές ακτινογραφίες, εφαρμόζεται γύψινος επίδεσμος σκαφοειδούς και ο ακτινολογικός έλεγχος επαναλαμβάνεται μετά από 7-10 ημέρες.

Αν οι νέες προβολές είναι πάλι αρνητικές για κάταγμα ενώ η κλινική υποψία παραμένει η διάγνωση επιβεβαιώνεται με την αξονική ή μαγνητική τομογραφία.

Ταξινόμηση Καταγμάτων Σκαφοειδούς Οστού

Υπάρχουν 5 τύποι καταγμάτων:

  • Του κεντρικού πόλου (25%)
  • Της μεσότητας του οστού – του αυχένα το πιο συχνό (65%)
  • Περιφερικό κάταγμα του σώματος (10%)
  • Κάταγμα του φύματος του σκαφοειδούς (8%)
  • Περιφερικό οστεοχόνδρινο κάταγμα της αρθρικής επιφάνειας (2%)

Ανάλογα με τον χρόνο τραυματισμού:

  • Οξύ κάταγμα: τραυματισμός λιγότερο από 3 εβδομάδες
  • Καθυστερημένη πώρωση: 4-6 μήνες
  • Ψευδάρθρωση: πάνω από 6 μήνες

Ακόμη τα κατάγματα του σκαφοειδούς διαιρούνται:

  • Σταθερά χωρίς παρεκτόπιση
  • Ασταθή με παρεκτόπιση

Ασταθές θεωρείται ένα κάταγμα που έχει παρεκτόπιση μεγαλύτερη του 1 χιλιοστού και σκαφομηνοειδή γωνία πάνω από 60ο.

Κάταγμα Σκαφοειδούς Οστού: Πρόγνωση

Αρνητικοί προγνωστικοί παράγοντες:

  • Καθυστερημένη διάγνωση
  • Κατάγματα κεντρικού πόλου
  • Παρεκτόπιση του κατάγματος
  • Γωνίωση του κατάγματος
  • Αστάθεια του καρπού

Κάταγμα Σκαφοειδούς Οστό: Θεραπεία

Η  θεραπεία καθορίζεται από την ανατομική θέση του κατάγματος, από το βαθμό παρεκτόπισης και αν το κάταγμα είναι προσφατο ή παλιό.

  • Συντηρητική θεραπεία

Για τα σταθερά κατάγματα χωρίς παρεκτόπιση εφαρμόζεται γύψινος επίδεσμος με το αντιβράχιο σε ουδέτερη θέση που περιλαμβάνει και την 1η φάλαγγα του αντίχειρα για 6 εβδομάδες.

Στη συνέχεια, ο γύψινος επίδεσμος αφαιρείται μόνο όταν τεκμηριωθεί η πώρωση του κατάγματος με απεικονιστικό έλεγχο.

  • Χειρουργική Θεραπεία

Για τα ασταθή κατάγματα με παρεκτόπιση ή αν μαζί με το κάταγμα συνυπάρχει συνδεσμική βλάβη, σε κάταγμα απαρεκτόπιστο του κεντρικού πόλου, και σε κατάγματα του σκαφοειδούς απαρεκτόπιστα στα οποία ο ασθενής δεν ανέχεται την παρατεταμένη ακινητοποίηση σε γύψο, ενδείκνυται η χειρουργική θεραπεία.

Η χειρουργική θεραπεία περιλαμβάνει:

Κλειστή ανάταξη και διαδερμική οστεοσύνθεση

Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση ειδικού κοχλία (βίδα) ο οποίος προκαλεί συμπίεση και σταθεροποίηση του κατάγματος, ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση: κατάγματα σκαφοειδούς με μεγάλη παρεκτόπιση.

Σε ύπαρξη συντριβής του κατάγματος συνιστάται λήψη οστικού μοσχεύματος από τον ίδιο τον ασθενή (λήψη από την κερκίδα ή από το λαγόνιο οστούν) και τοποθέτηση στην περιοχή του κατάγματος.

Συμπερασματικά, με κατάλληλη χειρουργική θεραπεία όλοι οι τύποι καταγμάτων σκαφοειδούς έχουν ικανοποιητικό βαθμό πώρωσης. Η καθυστέρηση της διάγνωσης πάνω από 1 μήνα σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα της ψευδάρθρωσης.

Ο Ορθοπαιδικός Χειρουργός Παναγιώτης Καλδής διαθέτοντας πολυετή εμπειρία και εξειδίκευση στις παθήσεις του άνω άκρου κρίνεται ο πλέον κατάλληλος για να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημά σας με τρόπο αποτελεσματικό και άκρως επαγγελματικό!